Να σε πάρω πίσω στο 2011. Πώς αποφάσισες να δημιουργήσεις ένα food/restaurant blog, έχοντας πίσω σου μια στρωμένη καριέρα στον τομέα του Investment Banking στο Λονδίνο;
Διατηρούσα όσο ήμουν και στο Λονδίνο ένα restaurant blog. Όταν ήρθα στην Κύπρο διαπίστωσα πως δεν υπήρχε κάτι αντίστοιχο, που να απευθυνόταν σε κόσμο πιο νεαρής ηλικίας. Κάτι που να αναδείκνυε καλύτερα τη χώρα μας, πέρα από τις πληρωμένες διαφημίσεις. Επίσης, με ενοχλούσε η αρνητική νοοτροπία που επικρατούσε σε σχέση με την Κύπρο και ήθελα να κάνω κάτι γι΄αυτό.
Δεν ένιωθες πλήρης με την καριέρα που είχες μέχρι τότε;
Ερχόμενη στην Κύπρο, αισθανόμουν πως έκανα ένα διάλειμμα από το Λονδίνο και όχι ήταν κάτι μόνιμο. Μου άρεσε η ζωή και η δουλειά μου, απλώς ήθελα να εξερευνήσω και άλλους τομείς. Τομείς που ίσως να γίνονταν πιο μόνιμοι, αφού η ζωή του Investment Banking στο Λονδίνο δεν διαρκεί για πάντα.
Σου έλειπε η ζωή στην Κύπρο;
Αναμφίβολα ορισμένα πράγματα, αλλά όχι που να με κάνουν να θέλω να φύγω ή να μην περνώ καλά. Αγαπώ το Λονδίνο και αισθάνομαι πως το έζησα στο μάξιμουμ… Από τα πιο διεθνή αναγνωρισμένα και πολυβραβευμένα εστιατόρια μέχρι τα πιο «underground» pop up. Είχα μια όμορφη καθημερινότητα, αλλά όταν αισθάνθηκα την ανάγκη για αλλαγή, έφυγα. Ήταν καθαρά συνειδητή απόφαση να μείνω, αλλά και να φύγω στη συνέχεια από το Λονδίνο.
Μπορούσες να φανταστείς τότε, ότι το «Cypriot and Proud» θα είχε την απήχηση που έχει σήμερα.
Όχι καθόλου, μιας και το άρχισα σαν χόμπι. Μάλιστα, ακόμη εντυπωσιάζομαι όταν κόσμος το γνωρίζει ή όταν μου λένε πως το ακολουθούν χρόνια.
Φαντάζομαι, όμως, ότι τα πράγματα στην αρχή δεν ήταν τόσο ρόδινα. Ποιες αντικειμενικές δυσκολίες αντιμετώπισες;
Δεν είχα προσδοκίες, αλλά σίγουρα οι εστιάτορες δεν μπορώ να πω πως αντιλήφθηκαν αμέσως τη σημασία και τη δυναμική που έχει το μπλόγκινγκ. Στην αρχή, προσπαθούσα να τούς το εξηγήσω, αλλά μετά τούς άφησα να τη διαπιστώσουν από μόνοι τους. Διότι αν δεν δεις εσύ την επιρροή που έχει μπλόγκινγκ, πώς μπορείς να το αντιληφθείς και να το πιστέψεις στην τελική;
Έχεις πει πως οι εστιάτορες στην Κύπρο δεν είναι δεκτικοί σε εισηγήσεις ή παρατηρήσεις. Έτυχε να γράψεις κάτι για έναν χώρο και να σε πάρουν τηλέφωνο να παραπονεθούν;
Ναι, πολλές φορές. Μάλιστα, είναι συνηθισμένο να με προσκαλούν σε γεύμα/review και μετά να μην δέχονται αυτά που έχω να τους πω. Δεν αυτοαποκαλούμαι όμως κριτικός φαγητού, ούτε έχω τις κατάλληλες σπουδές για κάτι τέτοιο. Θεωρώ πως δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ο όρος σε λάθος context. Πάντα έλεγα πως γράφω από την οπτική του απλού καταναλωτή, του λεγόμενου foodie. Γράφω πώς βιώνω μια ολοκληρωμένη εμπειρία σ΄έναν χώρο και όχι μόνο για τη γεύση, έστω και αν αυτή αποτελεί μεγάλο μέρος της όλης εμπειρίας.
Τι χρειάζεται ένα μαγαζί για να σε κερδίσει;
Συνοχή. Να συμβαδίζει, δηλαδή, το στιλ με το φαγητό και το όλο ύφος του μαγαζιού. Η διαφορετικότητα και η μοναδικότητα βγαίνει στο τελικό αποτέλεσμα, μόνο αν δεν προσπαθήσεις να αντιγράψεις τον άλλον. Επίσης, εξίσου σημαντική είναι η σταθερότητα. Είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην Κύπρο να τρώμε μια μέρα κάτι ωραίο σ’ έναν χώρο και ύστερα να πέφτει η ποιότητα.
Τι μετράει, όμως, περισσότερο για σένα; Η γεύση, η παρουσίαση ενός πιάτου ή σου αρκεί να είναι φιλότιμη μια προσπάθεια;
Η γεύση, βέβαια. Έχω φάει φαγητό σε ταβέρνες, που υστερούσε κατά πολύ σε εμφάνιση, αλλά καθόλου σε γεύση. Γι΄αυτό, θεωρώ πως η εικόνα ενός πιάτου είναι συμπληρωματική.
Για ποιο πράγμα, θεωρείς, ότι πρέπει να είμαστε περήφανοι ως λαός;
Για την αυθεντικότητα των ορεινών χωριών και για μερικές απ’ τις ταβέρνες εκεί.
Φωτογραφίες: Μάριος Ιωσηφίδης
Διάβασε επίσης
Ο «Μικρός πρίγκιπας» αλά κυπριακά