Περί τέχνης ο λόγος
Ανέκαθεν, σας συνάρπαζε η τέχνη; Από τότε που θυμάστε τον εαυτό σας ή την εκτιμήσατε μεγαλώνοντας;
Από μικρή αγαπούσα να δημιουργώ, να ζωγραφίζω και να γράφω. Περισσότερο όμως αγαπούσα το θέατρο. Ίσως γιατί το αγαπούσαν πολύ και οι γονείς μου, και δεν χάναμε παράσταση στην Κύπρο. Στο σχολείο έγραφα μικρά θεατρικά και έπαιρνα μέρος σε όλες τις θεατρικές παραστάσεις. Ήθελα μάλιστα να σπουδάσω θέατρο, αλλά συνάντησα την αντίδραση της οικογένειάς μου. Την τέχνη άρχισα να τη γνωρίζω και να την αγαπώ όταν πήγα για σπουδές στη Γενεύη και άρχισα να επισκέπτομαι πολύ συχνά μουσεία και εκθέσεις, ιδιαίτερα στο Παρίσι, όπου πήγαινα συχνά, ακόμη και μόνο για το σαββατοκύριακο. Εκείνα τα χρόνια θυμάμαι έβγαινα από μια πινακοθήκη για να μπω σε αίθουσα σινεμά και μετά σε θέατρο. Ήταν κάτι το ασύλληπτο! Στη συνέχεια, όσο περισσότερο μελετούσα και κατανοούσα τη δημιουργική διαδικασία και μπορούσα να αναγνώσω καλύτερα ένα έργο τέχνης και να εισχωρήσω στα μυστικά του, τόσο περισσότερο το αγαπούσα. Κάτι που μου έδωσε ιδιαίτερη χαρά ήταν όταν ολοκλήρωσα με άριστα τη διδακτορική μου διατριβή. Ιστορία της τέχνης σπούδασα μετά τις σπουδές μου στην κοινωνιολογία. Όταν λοιπόν αποφάσισα να προχωρήσω εκπονώντας και διδακτορική διατριβή, εργαζόμουν, ήμουν παντρεμένη και είχα ήδη δύο πολύ μικρά παιδιά. Ένιωθα λοιπόν όταν ξεκίνησα την έρευνά μου σαν ένα μικρό ανθρωπάκι μπροστά στο Everest. Όμως, με σκληρή δουλειά, μεγάλη οργάνωση και πειθαρχία, το ανέβηκα χωρίς να στερήσω, πιστεύω, τίποτα ουσιαστικό στην εργασία και την οικογένειά μου. Το ταξίδι μέχρι την κορυφή ήταν από τα ομορφότερα της ζωής μου.
Ποιο θεωρείτε ως το πολυτιμότερο μάθημα που πήρατε στην πολύχρονη πορεία σας;
Να μην υποτιμώ τίποτα. Να μην έχω όταν προσεγγίζω ένα έργο τέχνης προκαταλήψεις, ούτε προκατασκευασμένες ιδέες. Να μην παρασύρομαι από τις εκάστοτε μόδες. Είναι επίσης σημαντικό να επιστρέφουμε συχνά στο παρελθόν και να «ξαναδιαβάζουμε» με τις γνώσεις και τις εμπειρίες που αποκτήσαμε συν τω χρόνω παλαιότερα έργα και μορφές τέχνης, που είχαμε προσπεράσει ή που δεν κατανοήσαμε την πολυσημία τους. Με το ίδιο σκεπτικό μου αρέσει να ξαναδιαβάζω βιβλία που διάβασα στη νεότητά μου και να τα κατανοώ με τα πνευματικά εφόδια που διαθέτω σήμερα.
Από το 2012 είστε η επιμελήτρια της κυπριακής συλλογής του Ιδρύματος Α.Γ. Λεβέντη. Τότε θέσατε κάποιον προσωπικό στόχο; Αν ναι, πόσο μακριά ή κοντά είστε στην υλοποίησή του;
Όταν άρχισα τη συνεργασία μου με τη Λεβέντειο Πινακοθήκη είχε ήδη αποφασισθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος Α.Γ. Λεβέντη ότι η κυπριακή συλλογή θα περιοριζόταν σε έργα παλαιότερων Κυπρίων καλλιτεχνών, συγκεκριμένα αυτών που ξεκίνησαν τη δημιουργική τους πορεία πριν την Ανεξαρτησία της Κύπρου. Στην αρχή θεώρησα ότι η απόφαση αυτή θα ήταν περιοριστική για μένα. Στη συνέχεια όμως, συνειδητοποίησα ότι αυτό ήταν ένα δώρο, γιατί έτσι μου δινόταν η ευκαιρία να εισχωρήσω και να ερευνήσω σε μεγαλύτερο βάθος τα πρώτα βήματα της μοντέρνας και σύγχρονης κυπριακής τέχνης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διευρυνθούν οι γνώσεις μας, αλλά συχνά και να διασκευασθούν πολλές προκατασκευασμένες ιδέες, ιδεολογήματα και προκαταλήψεις με τα οποία είχαν αντιμετωπισθεί προηγουμένως το έργο των πρώτων αυτών καλλιτεχνών. Έτσι με τις μέχρι τώρα περιοδικές μας εκθέσεις, μπορέσαμε να μελετήσουμε και να φέρουμε στο φως άγνωστες πτυχές και καινούργια στοιχεία της τέχνης των καλλιτεχνών αυτών, με τα οποία μπορεί να γραφτεί πληρέστερα η ιστορία της κυπριακής τέχνης του 20ού αιώνα. Η επιτυχημένη υλοποίηση του στόχου αυτού συνεχίζεται… Ένας άλλος σημαντικός στόχος είναι τα δικά μας ευρήματα να γίνονται κτήμα όχι μόνο των ειδικών, αλλά και του κοινού. Αυτό το κατορθώνουμε με τους πλούσιους σε υλικό καταλόγους των εκθέσεων, τις διαλέξεις, αλλά και τις ξεναγήσεις στις εκθέσεις που τόσο αγάπησε το κοινό μας.
Όταν ο γιος του Αδαμάντιου Διαμαντή, Αλέκος Διαμαντής, εξέφρασε την επιθυμία του για την πραγματοποίηση μιας έκθεσης αφιερωμένη στον σπουδαίο καλλιτέχνη, να υποθέσω πως ήταν κάτι που σας χαροποίησε ιδιαίτερα, καθώς έχετε δηλώσει πως θεωρείτε τα έργα του από τα σημαντικότερα δείγματα της σύγχρονης κυπριακής τέχνης;
Αυτό είναι αλήθεια, γιατί όντως η μνημειακή, θα την αποκαλούσα, αυτή σειρά έργων του Διαμαντή, στην οποία ο ίδιος έδωσε τον γενικό τίτλο «Αγωνίες», δεν είχε ποτέ στο παρελθόν εκτεθεί μαζί. Πρόκειται για εμβληματικά έργα, αποτέλεσμα της «συνάντησης» του ζωγράφου με την ιστορία της πατρίδας του. Με γεγονότα τα οποία έζησε ο ίδιος, και τα οποία του δημιούργησαν μια μεγάλη αγωνία για το μέλλον της Κύπρου. Αυτή η, προφητική σειρά των έργων αυτών, είναι σημαντική και για έναν επιπρόσθετο λόγο. Γιατί αποτελεί τομή και στην καλλιτεχνική του πορεία. Ο Διαμαντής για να αποδώσει καλύτερα τους φόβους και τις αγωνίες του, αλλά και για να συμβαδίσει με το νέο πνεύμα στην τέχνη, αναζήτησε νέους εικαστικούς τύπους, νέες μορφοπλαστικές λύσεις. Αυτό τον οδήγησε σε μια διαφορετική μορφή έκφρασης που χαρακτηρίζεται από γνωρίσματα του εξπρεσιονισμού και του κυβισμού και από συμβολισμούς, ιδιαίτερα χρωματικούς. Με τις «Αγωνίες» έχουμε λοιπόν ένα εντελώς ανανεωμένο εικαστικά Διαμαντή. Θα έλεγα, η αγωνία του, αντικατοπτρίστηκε στα έργα του αυτά ως διέξοδος και ως εξορκισμός.
Τι θα λέγατε σε κάποιον για να τον παρακινήσετε να επισκεφθεί τη Λεβέντειο Πινακοθήκη και να δει την έκθεση «Αγωνίες»;
Μια επίσκεψη στην έκθεση αυτή είναι σημαντική για πολλούς λόγους. Πρώτον, ιδιαίτερα οι νέοι άνθρωποι, θα γνωρίσουν έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους της κυπριακής τέχνης του 20ού αιώνα. Εκείνοι που γνώρισαν τον Διαμαντή με έργα του όπως τη μνημειακή του σύνθεση «Ο Κόσμος της Κύπρου», που εκτίθεται στη μόνιμη έκθεση κυπριακής τέχνης της Λεβεντείου Πινακοθήκης, θα ανακαλύψουν έναν πιο τολμηρό, όσον αφορά το εικαστικό του λεξιλόγιο, Διαμαντή, ένα ζωγράφο που ερευνά πιο σύγχρονες εικαστικές υφολογίες. Επίσης ο θεατής θα παρακολουθήσει μέσα από αντίγραφα σημαντικών έργων της διεθνούς τέχνης -αποτέλεσμα της συνεργασίας της Λεβέντειου Πινακοθήκης με ξένα μουσεία- τις άγνωστες ουσιαστικά εικαστικές «συναντήσεις» που είχε ο Διαμαντής με το έργο άλλων καλλιτεχνών, στο δρόμο του προς τις δικές του «Αγωνίες». Συναντήσεις με καλλιτέχνες όπως ο Leonardo da Vinci, ο El Greco, ο Francisco Goya, ο Pablo Picasso, ο Henri Moore, ο Emil Nolde, ο Wassily Kandinsky και ο Marc Chagall. Βεβαίως αναδεικνύεται και η αδιάληπτη σχέση του με τη μεγάλη μας βυζαντινή παράδοση. Επίσης κάτι άλλο πολύ ουσιαστικό, είναι ότι ο επισκέπτης της έκθεσης θα έχει τη μοναδική ευκαιρία να δει και τις πολλές μελέτες και προσχέδια του καλλιτέχνη που προηγήθηκαν των τελικών έργων.
Εσείς, όταν ολοκληρώθηκε η επιμέλεια της έκθεσης, πώς νιώσατε βλέποντας τα 8 έργα του πρωτοπόρου ζωγράφου -που δημιούργησε τη χρονική περίοδο 1963-1977- συγκεντρωμένα στον ίδιο χώρο;
Επικύρωσα κάτι πολύ σημαντικό. Ότι ο Διαμαντής μορφοποίησε εικαστικά τη συνάντηση του με τα ιστορικά γεγονότα που έζησε η πατρίδα του με ένα σύγχρονο τρόπο. Χωρίς στόμφο, ρητορισμό ή φιλολογική αντιμετώπιση του θέματος, συνδιαλέχθηκε με το ιστορικό γεγονός, εκφράζοντας, ως ένας ευαίσθητος δέκτης, ως ένας μάρτυρας μιας εποχής, τις προσωπικές του αγωνίες για ό,τι έζησε και είδε. Ο Διαμαντής δεν προσπάθησε να εικονογραφήσει συγκεκριμένα γεγονότα. Δεν προέβηκε σε χρονικές ή τοπικές ταυτοποιήσεις. Δείχνοντας το θύμα και όχι τον θήτη, την πληγή και όχι αυτόν που την προκάλεσε, έδωσε στα έργα μια πανανθρώπινη διάσταση. Μορφοποίησε τη βιαιότητα, την απόγνωση, την απανθρωπιά και την καταστροφή που γεννά κάθε μορφή πολέμου και βίας. Αποκάλυψε το παράλογο του κόσμου, τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Πρόκειται λοιπόν για έργα που αποτελούν εκδοχές μιας γενικότερης παγκόσμιας ιστορίας των ανθρωπίνων παθών. Βλέποντας πριν λίγο καιρό στην τηλεόραση μια γυναίκα από το Αφρίν της Συρίας, να προσπαθεί να διαφύγει από τον κίνδυνο, κρατώντας αγκαλιά το μικρό παιδί της, νόμιζα ότι έβλεπα τις γυναίκες στη σειρά των έργων αυτών του Διαμαντή, που προσπαθούν απεγνωσμένα να διασώσουν τα παιδιά τους.
Ως ένας άνθρωπος που έχει αναλάβει το καθήκον να παρουσιάσει και να αναδείξει τη σύγχρονη κυπριακή τέχνη, θεωρείτε ότι είναι παραμελημένη; Ότι το κυπριακό κοινό αγνοεί το έργο σπουδαίων καλλιτεχνών;
Σίγουρα θα μπορούσαν να γίνουν πολύ περισσότερα. Η απουσία ενός μουσείου σύγχρονης τέχνης είναι η σημαντικότερη αδυναμία μας για τη σωστή και στοχοποιημένη ανάπτυξη και προβολή των εικαστικών τεχνών στην Κύπρο. Φανταστείτε ότι η δημιουργία του είναι ένα αίτημα που η υλοποίηση του εκκρεμεί από το 1965. Από ιδρύσεως δηλαδή του υπουργείου Παιδείας. Οι πρώτες προσπάθειες έγιναν από τον πρώτο υπουργό Παιδείας, Κωνσταντίνο Σπυριδάκι. Από τότε πέρασαν 53 χρόνια, μισός δηλαδή αιώνας και ακόμη οι συζητήσεις συνεχίζονται… Για το θέμα έχω και μια μεγάλη προσωπική πικρία. Εργάστηκα στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού για 32 χρόνια από τα οποία τα έξι χρόνια ως διευθύντρια. Γνωρίζω από πρώτο χέρι τις μεγάλες προσπάθειες που καταβάλαμε ως τμήμα, οι οποίες τελικά προσέκρουαν στο γεγονός ότι δεν υπήρξε ποτέ πολιτική βούληση για δημιουργία ενός σύγχρονου και επαρκούς μουσείου σύγχρονης τέχνης στον τόπο μας. Η δημιουργία της Λεβέντειου Πινακοθήκης –μια πέρα για πέρα ιδιωτική προσπάθεια – είναι ό,τι καλύτερο συνέβηκε στην Κύπρο. Πρόκειται για μια σύγχρονη πινακοθήκη που δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από παρόμοιες πινακοθήκες ανά τον κόσμο και που μέσα από μια στοχευμένη πολιτική και ένα σωστό στρατηγικό σχεδιασμό προσφέρει πολλά στην εικαστική παιδεία του κυπριακού κοινού.
Σε πρόσφατη συνέντευξή της, η διευθύντρια της Λεβέντειου Πινακοθήκης, κα. Λουκία Λ. Χατζηγαβριήλ, σημείωσε πως ακόμη έχουμε δρόμο να διανύσουμε ως λαός σε σχέση με τις τέχνες και τον πολιτισμό. Συμμερίζεστε τη συγκεκριμένη άποψη;
Ναι, συμμερίζομαι απόλυτα την άποψη αυτή. Οι προσανατολισμοί της κοινωνίας μας είναι περισσότερο υλιστικοί. Χρειάζεται επαναπροσδιορισμός των προτεραιοτήτων μας ως κράτος και να μην ξεχνάμε ότι η υλοποίηση οποιουδήποτε στόχου πρέπει να ξεκινήσει από την ίδια την παιδεία. Ο δρόμος είναι μακρύς και δύσκολος, αν λάβει κανείς υπόψη και το γεγονός ότι τα παιδιά μας τελειώνουν σχολεία μέσης εκπαίδευσης και δεν γνωρίζουν επαρκώς την ίδια τους τη γλώσσα, τον σημαντικότερο φορέα πολιτισμού. Όταν λοιπόν ένας λαός αρκείται σε ένα υποτυπώδες, βασικό λεξιλόγιο, περιορίζονται οι δυνατότητες και ικανότητές του για συμμετοχή και απόλαυση των έργων πολιτισμού και γίνεται ιδιαίτερα ευάλωτος σε κάθε είδους ποδηγέτηση και χειραγωγία.
Τι νομίζετε ότι φταίει γι’ αυτό; Ότι δεν επενδύουμε ως κράτος στον πολιτισμό ή το γεγονός ότι εμείς οι ίδιοι οι πολίτες δεν δείχνουμε ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε πολιτιστικές εκδηλώσεις;
Οι δύο αυτοί λόγοι είναι αλληλένδετοι. Για να αγαπήσεις κάτι, πρέπει να το γνωρίσεις. Είναι λοιπόν προϋπόθεση ως κράτος, κοινωνία, οικογένεια να γνωρίσουμε στα παιδιά μας τα έργα πολιτισμού, ώστε να μπορέσουν να ανακαλύψουν στη συνέχεια τη μεγάλη χαρά που προσφέρει τόσο η δημιουργία, όσο και η επικοινωνία με τις διάφορες μορφές τέχνης.
Στις κατά καιρούς διαλέξεις σας, όπως αυτή που δώσατε πρόσφατα στη Λεβέντειο σχετικά με τη διαχρονική σχέση του καλλιτέχνη με την ιστορία, εκπλαγήκατε ευχάριστα από την ανταπόκριση του κοινού ή συνέβη ακριβώς το αντίθετο;
Η σχέση με το κοινό κτίζεται σιγά-σιγά βήμα με βήμα. Πρέπει να μπορέσεις να το κερδίσεις το κοινό. Πρέπει να κατέβεις στο επίπεδο του και σταδιακά να το βοηθήσεις να δημιουργήσει τις αναγκαίες γέφυρες με το έργο τέχνης. Τίποτα δεν πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο. Αυτό με δίδαξε η πολύχρονη εμπειρία μου. Ιδιαίτερα στις ξεναγήσεις μου ψυχολογώ το κοινό μου και ξεκινώ από εκεί που εκείνο βρίσκεται. Είμαι περήφανη γιατί αργά, αλλά σταθερά, δημιουργούμε ένα πιστό κοινό που όλο αυξάνεται.
Στο πλαίσιο της πολύπλευρης επαγγελματικής δράσης σας, είναι και η συγγραφή βιβλίων. Ετοιμάζετε κάποια καινούργια έκδοση στην παρούσα φάση;
Όπως γνωρίζετε, οι κατάλογοι των εκθέσεων που οργανώνονται στη Λεβέντειο Πινακοθήκη προσεγγίζουν σε βάθος τα θέματα των εκθέσεων. Έτσι δεν σταματώ ποτέ να ερευνώ και να γράφω. Ελπίζω βέβαια και εύχομαι η επόμενη έκδοση να είναι το βιβλίο μου για τον σημαντικό Κύπριο ναΐφ γλύπτη Κώστα Αργυρού, που παρέδωσα στο Ίδρυμα Κώστα Αργυρού από τον Δεκέμβριο 2011, αλλά που για διάφορους λόγους, τώρα θα προχωρήσει η έκδοση. Την αναμένω με ανυπομονησία.
Ένας συγγραφέας ξεχωρίζει τα βιβλία του ή ισχύει το ότι όλα είναι παιδιά του, οπότε δεν χωράνε διακρίσεις;
Ναι, όλα είναι παιδιά μου και το καθένα μού χάρισε το δικό του ξεχωριστό, όμορφο ταξίδι μέχρι την υλοποίηση του. Όμως αν ήταν να ξεχωρίσω κάποιο, αυτό είναι η μονογραφία για τον Χριστόφορο Σάββα, ένα βιβλίο για το οποίο τιμήθηκα με ένα από τα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας.