Πόσες φορές άκουσες ερωτήσεις του τύπου -ελπίζουμε να τις έχεις ακούσει μόνο και να μην τις έχεις κάνει σε κάποιον άλλον: «Πότε θα παντρευτείς;», «Πόσων χρονών είσαι;», «Γιατί δεν κάνετε κανένα παιδάκι;», «Πόσα λεφτά είναι ο μισθός σου;» «Μήπως πάχυνες;» και πάει λέγοντας. Περιπτώσεις, όπου η περιέργεια εκδηλώνεται και συχνά γίνεται αδιακρισία.
Η αδιακρισία και η περιέργεια είναι στοιχεία που πηγαίνουν χέρι-χέρι με την κοινωνικότητα και ξεκινούν συχνά από το ενδιαφέρον μας να ρωτήσουμε, να μάθουμε, πιθανώς και να βοηθήσουμε. Η περιέργεια άλλωστε είναι έμφυτη στον άνθρωπο και είναι το χαρακτηριστικό με το οποίο μας έχει εφοδιάσει η φύση για να ξεκινήσουμε να ανακαλύψουμε τον κόσμο. Δυστυχώς όμως συχνά ξεπερνάμε το όριο και φτάνουμε σε ερωτήματα πολύ προσωπικά, που προσβάλλουν, φέρνουν σε δύσκολη θέση ή στενοχωρούν τους άλλους, προκαλώντας τους ενόχληση ή και δυσφορία. Εδώ εμπλέκεται το ζήτημα της κοινωνικής αγωγής, που μας βοηθά να συνειδητοποιήσουμε τι μπορούμε να πούμε και να ρωτήσουμε και πότε ξεπερνάμε το όριο. Ας πάρουμε το παράδειγμα των παιδιών που συχνά κάνουν σχόλια ή αδιάκριτες ερωτήσεις με αφέλεια και καλή πρόθεση. Μέχρι τη στιγμή που οι γονείς -ανάλογα και με τη δική μας κοινωνική αγωγή- τα εκπαιδεύουμε και τους εξηγούμε πόσα και τι επιτρέπεται να ρωτούν και να σχολιάζουν, ώστε να μην ξεπερνούν τα όρια και να μάθουν τελικά να συμπεριφέρονται με διακριτικότητα.
Η διακριτικότητα, όμως, δεν έχει μόνο να κάνει με τα όσα μάθαμε από την οικογένεια και το περιβάλλον μας. Σχετίζεται και με την προσωπικότητά μας. Μπορεί, για παράδειγμα, να κρύβει πρόθεση να βοηθήσουμε ή αφέλεια ή και άγνοια των κοινωνικών κανόνων. Συχνά όμως η αδιακρισία φανερώνει έλλειψη ορίων και δυσκολία να συμβιβαστούμε με τους κανόνες και τις κοινωνικές επιταγές. Ακόμα χειρότερα, μπορεί να κρύβει αδιαφορία για τους άλλους και τα συναισθήματά τους ή ακόμα και κακή πρόθεση. Οι άνθρωποι, πάντως, συχνά ανάλογα με το τι πειράζει ή θα ενοχλούσε εμάς τους ίδιους φερόμαστε και στους άλλους. Αν, για παράδειγμα, εμάς δεν μας ενοχλεί να λέμε την ηλικία μας, είναι πιο πιθανό να ρωτήσουμε και κάποιον άλλον πόσων χρονών είναι, ο οποίος πιθανώς θα εκλάβει την ερώτησή μας ως αδιάκριτη.
Το να αντιδράσουμε στην αδιακρισία και να την αντιμετωπίσουμε απαιτεί να θέσουμε με σταθερό τρόπο όρια σε έναν άνθρωπο που θα κάνει ή θα πει κάτι το οποίο θα μας ενοχλήσει. Ας πάρουμε το παράδειγμα ενός ανθρώπου που μπαίνει στο σπίτι μας και ανοίγει τα ντουλάπια χωρίς να μας ρωτήσει. Κατ’ αρχάς, μπορούμε να τον ρωτήσουμε αν χρειάζεται κάτι να του δώσουμε και αν δούμε ότι δεν καταλαβαίνει το μήνυμα, μπορούμε πιο ξεκάθαρα να πούμε, με ευγένεια, αλλά ξεκάθαρα, τι νιώθουμε. Στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσαμε να πούμε: «Θα προτιμούσα να μην ανοίγεις τα ντουλάπια μου. Με ενοχλεί». Ακόμη, αν προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε ενοχλητικές ερωτήσεις, θα πρέπει, ανάλογα με το από ποιον προέρχονται, να κάνουμε κατανοητό ότι δεν θέλουμε να μας ρωτάνε γι’ αυτό και όχι ότι δεν θέλουμε να απαντήσουμε. Μπορούμε να επιστρατεύσουμε το χιούμορ, την αποφυγή, το ψέμα, τις δικαιολογίες ή και ξεκάθαρα να πούμε ότι δεν θέλουμε να απαντήσουμε ή να συζητήσουμε, αποφεύγοντας όμως να είμαστε εριστικοί ή να μπούμε σε διαμάχες. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι το γεγονός ότι ο άλλος είναι αδιάκριτος δεν θα πρέπει να μας αναγκάσει να απαντήσουμε σε κάτι που δεν θέλουμε. Καλό είναι επίσης να προσπαθήσουμε να βρούμε την πρόθεση και την αιτία πίσω από την αδιακρισία κάποιου, ώστε να την αντιμετωπίσουμε. Τον άνθρωπο που σκόπιμα φέρεται αδιάκριτα για να ενοχλήσει και να πειράξει οφείλουμε να του θέσουμε όρια και να τον βάλουμε στη θέση του. Εκείνον που είναι απλώς αφελής ή έχει κοινωνική άγνοια ή δυσκολία, μπορούμε με τρόπο να του υποδείξουμε το λάθος και το ατυχές της συμπεριφοράς του.