Η ιέρεια του στιλ
Μια σχεδιάστρια που υποστήριζε πως η απλότητα δεν σημαίνει φτώχια. Υπέρμαχος της απλότητας, έρχεται σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονους συναδέλφους της που έχουν χάσει το νόημα και προσπαθούν απεγνωσμένα τραβήξουν την προσοχή, ξεχνώντας καμιά φορά ότι σχεδιάζουν για πραγματικές γυναίκες και όχι για
καλλίγραμμα, δίμετρα μοντέλα. Η Coco Chanel αγαπούσε τις γυναίκες, εξ ου και πίστευε πως «η μόδα δεν αξίζει αν δεν βγει στους δρόμους». Το ότι λάτρευε το χωρίς περιττά φτιασίδια ντύσιμο, δεν σημαίνει πως συμβάδιζε με το ρεύμα. Το ακριβώς αντίθετο. Η Coco Chanel δεν ακολουθούσε τους συμβατικούς κανόνες. Πώς θα μπορούσε άλλωστε;

Ένα κορίτσι ορφανό, που η γιαγιά του το έστειλε σε ένα μοναστήρι για να μάθει ραπτική και καλούς τρόπους. Τα έμαθε και τα δυο. Η Gabrielle Bonheur -όπως ήταν το πραγματικό της όνομα- έπρεπε να παλέψει στη ζωή της. Όταν ενηλικιώθηκε έπιασε δουλειά σε ένα μπαρ ως τραγουδίστρια. Εκεί «βαφτίστηκε» ως Coco, από το τραγούδι «Qui qu' a vu Coco». Η ψηλόλιγνη φιγούρα της και τα λαμπερά μαύρα μάτια της, την έκαναν να ξεχωρίσει από τις υπόλοιπες τραγουδίστριες και να αποκτήσει πολλούς θαυμαστές. Ορισμένοι από αυτούς ήταν πλούσιοι, άλλοι είχαν τίτλους ευγενείας. Όλοι, όμως, ήθελαν το ίδιο πράγμα. Τη σημασία της Coco. Εκείνη, πάλι, ήθελε να ξεφύγει από όλη αυτή την κατάσταση. Βαθιά μέσα της ήξερε πως ήταν προορισμένη για πολύ πιο μεγάλα πράγματα.
Έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη, στα 23 της, ακολούθησε τον Étienne Balsan, γόνο εύπορης οικογένειας του Παρισιού. Η Coco έζησε τρία χρόνια στο πλευρό του μέσα στα πλούτη. Σε ανύποπτη στιγμή, αποφάσισε να «εκμεταλλευτεί» τις γνώσεις της στο ράψιμο, φτιάχνοντας καπέλα. Οι φίλες της, οι οποίες είχαν επίσης δεσμούς με ευκατάστατους άνδρες, ήταν οι πρώτες που αγόρασαν τα καπέλα της. Στην πραγματικότητα, οι ίδιες θεωρούσαν πως της έκαναν χάρη αγοράζοντας τα κομψά καπέλα της, που στα δικά τους μάτια ήταν άχαρα, δείχνοντας προτίμηση στα «καπέλα-τούρτα» που ήταν δημοφιλή την εποχή. Αδυνατούσαν να αντιληφθούν πως η Coco ήταν μέσα σε εκείνους που θα άλλαζαν τον κόσμο της μόδας.
Η Coco, εντωμεταξύ, ερωτεύτηκε έναν φίλο του συντρόφου της, τον Boy Capel, μέλος της αγγλικής αστικής τάξης, ο οποίος παραχώρησε στην αγαπημένη του ένα διαμέρισμα στο κέντρο του Παρισιού, ενώ χρηματοδότησε στην πορεία τα πρώτα της μαγαζιά. Διότι σε αντίθεση με τις γυναίκες της Belle Époque που έμαθαν να φορτώνονται με φτερά, δαντέλες και πέρλες, οι Παριζιάνοι εκτίμησαν τις λιτές δημιουργίες της Coco και στριμώχνονταν στο ατελιέ της. Μέσα σε λίγα χρόνια μετακόμισε το ατελιέ της από το νούμερο 21 του Παρισιού, στα νούμερα 27, 29 και 31 του ίδιου δρόμου, όπου ο οίκος Chanel στεγάζεται μέχρι σήμερα.
Οι δημιουργίες της απευθύνονταν στη «νέα γυναίκα», εκπρόσωπος της οποίας ήταν η ίδια η Coco, που κυκλοφορούσε με καμπαρντίνες, ψαράδικα παντελόνια και στενές φούστες αντί για τα άβολα επίσημα ρούχα που φορούσαν οι υπόλοιπες, κρυμμένες κάτω από τεράστιες ομπρέλες. Βέβαια, η πλειοψηφία δεν είχε αντιληφθεί ότι «γεννιόταν» μπροστά στα μάτια τους το ανυπέρβλητο Chanel στιλ, που θα επηρέαζε εκατομμύρια γυναίκες σε όλον τον κόσμο μέχρι και σήμερα. Αντ΄αυτού, χαμογελούσαν συγκαταβατικά στη θέα της «παράξενης» αυτής γυναίκας.
Στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, οι γυναίκες ανέλαβαν τις δουλειές των αντρών στα εργοστάσια και προκειμένου να μην πιάνονται τα μακριά μαλλιά τους στις μηχανές, τα έκοψαν κοντά. Η γυναικεία χειραφέτηση μόλις είχε αρχίσει. Η Coco παραδέχθηκε πως ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος συνέβαλε στην επιτυχία της. Παρά τη φράση «όπλα ή βούτυρο», οι γυναίκες συνέχισαν να αγοράζουν ρούχα και πλέον δεν τις βόλευε το βαρυφορτωμένο ντύσιμο. Η Coco τούς προσέφερε το διάσημο «μικρό μαύρο φόρεμα», το οποίο συνδυασμένο με τα χαρακτηριστικά παπούτσια σε δύο χρωματισμούς, θα γινόταν το σήμα κατατεθέν της κομψότητας. Χιλιάδες γυναίκες αντιλήφθηκαν ότι το «φτωχικό chic» που τους πρότεινε ήταν η απάντηση στον τότε κοινωνικό σνομπισμό. «Το μαύρο είναι μόνο για πολύ ειδικές περιπτώσεις και για πολύ ειδικές γυναίκες. Ωστόσο, το άσπρο είναι πάντα σωστό και πάντα κομψό», ήταν μια από τις πολύτιμες συμβουλές της.
Το 1921 λάνσαρε το άρωμα «Chanel Νο 5» -η πρώτη σχεδιάστρια που επεκτάθηκε στον τομέα της αρωματοποιίας- το αγαπημένο της Marilyn Monroe τρεις δεκαετίες αργότερα. Η ίδια η Coco έλεγε χαρακτηριστικά: «Το άρωμα είναι το απόλυτο αξεσουάρ: αόρατο, αλλά αξέχαστο».
Μέχρι το 30’ το όνομά της έγινε συνώνυμο της μόδας. Η Coco δίδαξε στις γυναίκες πως ο τρόπος που φοριέται ένα ρούχο, είναι σημαντικότερος από το ίδιο το ρούχο. «Αν ντυθείτε άκομψα, θα θυμούνται το ρούχο. Αν ντυθείτε άψογα, θα θυμούνται εσάς», τόνιζε με κάθε ευκαιρία. Παράλληλα, καθιέρωσε το sportive ντύσιμο. «Δημιούργησα το σπορ ντύσιμο για τον εαυτό μου. Η μόδα μου καθιερώθηκε γιατί ήμουν η πρώτη σχεδιάστρια του 20ου αιώνα». Πριν από εκείνην, ο σχεδιαστής μόδας ήταν ένας απλός προμηθευτής ρούχων. Η Coco, όμως, κατάφερε να ανέλθει στο ίδιο επίπεδο με τους πελάτες της, τους οποίους αρνιόταν πεισματικά να συναντήσει. «Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν χρήματα και άνθρωποι πλούσιοι. Το να είσαι υπερβολικά πλούσιος μοιάζει με το να είσαι υπερβολικά ψηλός. Στην πρώτη περίπτωση δεν μπορείς να βρεις την ευτυχία και στη δεύτερη δεν μπορείς να βρεις κρεβάτι», έλεγε εμφαντικά.
Το 1939, παρά το ό,τι βρισκόταν στην κορυφή, αποφάσισε να αποσυρθεί, καθώς πίστευε πως δεν θα υπήρχαν πια φορέματα. Και έριξε το βάρος στην προσωπική της ζωή, που μέχρι τότε η μια απογοήτευση διαδεχόταν την άλλη. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο εγκαταστάθηκε στην Ελβετία, όπου πληροφορήθηκε, το 1947, την επιτυχία του Christian Dior. Ο εκτοπισμός της από τον Dior την πλήγωσε βαθύτατα, αλλά έμεινε συνειδητά στο περιθώριο, μέχρι το 1954 που αισθάνθηκε την ανάγκη να επιστρέψει στο προσκήνιο.
Η υποδοχή του κοινού, όμως, δεν ήταν η αναμενόμενη. Οποιαδήποτε άλλη θέση της θα τα παρατούσε. Όχι η Coco. «Όταν δεν θα μπορώ να δημιουργώ, θα έχω τελειώσει. Καθόριζα τη μόδα για ένα τέταρτο του αιώνα... ». Και τα κατάφερε! Έναν χρόνο μετά λάνσαρε την κλασσική πια τσάντα με τα δυο «C», μπλεγμένα το ένα μέσα στο άλλο. Τέτοια ήταν η απήχηση της που το 1969 ανέβηκε στο Broadway ένα μιούζικαλ βασισμένο στη ζωή της, με πρωταγωνίστρια την Katharine Hepburn.
Παρά τον θάνατό της, στις 10 Ιανουαρίου 1971, το στιλ της δεν χάθηκε μαζί της. Ο Οίκος Chanel επαναλειτούργησε 12 χρόνια μετά, με τον Karl Lagerfeld στη θέση του creative director, σεβόμενος απόλυτα την παρακαταθήκη της.
Και δεν είναι ο μόνος. Εκατομμύρια γυναίκες τηρούν τις συμβουλές της ως κόρη οφθαλμού, αφού όπως εύστοχα έλεγε: «Η μόδα περνάει, μόνο το στιλ μένει». Το πιο σημαντικό μάθημα όμως που έδωσε και αποτελεί πηγή έμπνευσης, ουσιαστικά δεν έχει να κάνει με τη μόδα. Ποιο ήταν αυτό; Να «κτίζεις» τη ζωή σου όπως σε ευχαριστεί, για να είσαι πραγματικά ευτυχισμένη. Η Coco, πάντως, αυτό έκανε!
Ας δούμε, όμως, τι άλλο μας έμαθε:
1. Η πολυτέλεια πρέπει να ισοδυναμεί με την άνεση, διαφορετικά δεν είναι πολυτέλεια
3. H τέλεια φούστα πρέπει να καλύπτει τα γόνατα. Η Chanel θεωρούσε ότι τα γυναικεία γόνατα πολλές φορές δεν κολακεύουν τη γυναίκα. Για τον λόγο αυτό πρότεινε μια πρωινή φούστα για το γραφείο, που το μήκος της τα έκρυβε επιμελώς.

4. Τιμή και δόξα στο little black dress. Το 1926 η Chanel θέλησε να δημιουργήσει ένα ρούχο άνετο, να φοριέται τόσο το πρωί, όσο και το βράδυ, και να μπορεί κάθε γυναίκα να το κάνει μοναδικό, αλλάζοντας μόνο τα αξεσουάρ που θα το συνοδεύουν. Λάνσαρε λοιπόν το μαύρο φόρεμα, σοκάροντας την τότε βιομηχανία της μόδας, καθώς μέχρι τότε το συγκεκριμένο χρώμα ήταν ταυτισμένο με το πένθος.
5. Το τέλειο κοστούμι πρέπει να συνδυάζει θηλυκά και αρσενικά στοιχεία. Στη δεκαετία του 20’ πήρε τα ρούχα του φίλου της και τα προσάρμοσε στον εαυτό της. Μέχρι τότε, η εικόνα μιας γυναίκας με κοντά μαλλιά και αγορίστικη σιλουέτα, όχι μόνο ξένιζε, αλλά σόκαρε. Η Chanel, αδιαφορώντας για τα πρότυπα της εποχής, πειραματίστηκε και κατάφερε να αναδείξει τα πιο θηλυκά χαρακτηριστικά κάθε γυναίκας μέσα από «αντρικά» ρούχα. Κοστούμια, πουλόβερ, τουΐντ σακάκια και παλτό, είναι μερικοί ακόμα λόγοι για να υποκλινόμαστε στη φαντασία και το ταλέντο αυτής της γυναίκας!

6. Τα πανωφόρια πρέπει να είναι απαλά. Το 1925 η Chanel λάνσαρε το πρώτο σακάκι από μαλακό ύφασμα, που αγκάλιαζε το γυναικείο σώμα, χωρίς να εμποδίζει την κίνηση. Ήταν μια πρωτοποριακή προσέγγιση των γυναικείων πανωφοριών, που μέχρι τότε ήταν φτιαγμένα από σταθερά και άβολα υφάσματα. Η Coco προσέφερε στη γυναικεία γκαρνταρόμπα παλτό και σακάκια από μετάξι με χαλαρούς ώμους και στενά μανίκια. 7. Όσο περισσότερα αξεσουάρ, τόσο καλύτερα. H Coco λάτρευε τα αξεσουάρ. Συνδύαζε με επιτυχία ακριβά κοσμήματα από χρυσό και πολύτιμες πέτρες, μαζί με μπιζού. Δεν εμφανιζόταν ποτέ χωρίς ένα κολιέ με πέρλες, ρουμπίνια, σμαράγδια, αλλά και ημιπολύτιμες πέτρες. Λάτρευε τις καρφίτσες και κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τις εμφανίσεις της με το καπελάκι, που συνήθιζε να κατεβάζει μέχρι τα φρύδια.

8. Τα παπούτσια για να έχουν στιλ, πρέπει να είναι δίχρωμα. Η λατρεία της για το άσπρο-μαύρο είναι γνωστή. Τα διάσημα δίχρωμα παπούτσια της ήταν ο ορισμός της θεωρίας της ότι τα σωστά υποδήματα κάνουν τα γυναικεία πόδια να φαίνονται λεπτότερα και πιο σέξι. Μια γυναίκα με όμορφα παπούτσια δεν είναι ποτέ άσχημη, ήταν η φράση κλειδί, που έμεινε στην ιστορία της μόδας.
9. Η καλύτερη γυναικεία τσάντα είναι αυτή που έχει λουρί για τον ώμο, γιατί αφήνει τα χέρια ελεύθερα. Η μικρή καπιτονέ τσάντα με το λουρί-αλυσίδα που η Coco Chanel λάνσαρε, δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει ότι αποτελεί μέχρι σήμερα την πιο κλασσική και chic επιλογή. 10. Το άρωμα είναι τόσο σημαντικό όσο και τα ρούχα. Υποστήριζε ότι η γυναίκα που δεν φορά άρωμα, δεν έχει μέλλον. Γι΄αυτό συμβούλευε τις γυναίκες να βάζουν άρωμα σε κάθε σημείο του σώματός τους που θέλουν να το φιλήσουν οι άντρες!