H «βασίλισσα του πλεκτού»
Οι πέντε, μικρότερες σε ηλικία αδελφές της, ήξεραν ότι η Sonia θα «υπηρετούσε» κάποια στιγμή τη μόδα. Ήταν μόλις 17 ετών όταν άρχισε να εκτονώνει τη δημιουργικότητά της επιμελούμενη τη βιτρίνα του textile store «The Grande Maison de Blanc». Και χαρακτηριζόταν από ένα σπάνιο ταλέντο να μετατρέπει τα υφάσματα σε γλυπτά.

To 1953 παντρεύτηκε τον Sam Rykiel, ιδιοκτήτη του καταστήματος «Laura», που πωλούσε κομψά ρούχα. Κατά τη διάρκεια της πρώτης της εγκυμοσύνης, η Rykiel αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μόδα, με σκοπό να φτιάχνει ρούχα για την ίδια, αφού εκείνα που κυκλοφορούσαν τότε στην αγορά δεν ανταποκρίνονταν στο γούστο της.
Τα πρακτικά και συνάμα κομψά κομμάτια της, οδήγησαν τους φίλους της να παραγγέλνουν ρούχα για τους ίδιους. Αρχικά, πουλούσε τις δημιουργίες της στο κατάστημα του συζύγου της. Το εξώφυλλο που έκανε για λογαριασμό του περιοδικού Elle εκτόξευσε τις μετοχές της, με τη φήμη να της να εξαπλώνεται. Το 1968 άνοιξε το πρώτο κατάστημα που έφερε την επωνυμία της, στη δυτική όχθη του Παρισιού. Αμέσως, οι Brigitte Bardot, Catherine Deneuve και Audrey Hepburn έγιναν πελάτισσες της και δεν σταμάτησαν να την εμπιστεύονται με το πέρασμα των χρόνων. Η τελευταία μάλιστα, υπήρχε φορά που αγόρασε 14 sweaters, προκειμένου να αποκτήσει όλα τα χρώματα.
Στην πορεία, η Rykiel εφηύρε διάφορες τεχνικές. Ήταν η πρώτη φορά που έβαλε ραφές στην εξωτερική όψη ενός ρούχου, άφηνε ατελείωτες τις άκρες και χρησιμοποίησε slogans σε sweaters. Το 1972 «τσέπωσε» τον τίτλο «βασίλισσα του πλεκτού» χάρη στο Women's Wear Daily, ενώ λόγω του παραλληλισμού της με την Coco Chanel, την αποκαλούσαν «Coco Rykiel». Το 1977 έγινε η πρώτη σχεδιάστρια που έφτιαξε ανδρικές δημιουργίες, υπό την επωνυμία 3 Suisses. Την επόμενη χρονιά, λάνσαρε και το πρώτο της άρωμα, με την ονομασία Seventh Sense.
Ωστόσο, παρόλο που ήθελε να δείχνει κομψή, η ίδια έλεγε πως σιχαινόταν να σπαταλά χρόνο για να ντυθεί. «Θέλω απλώς να βάζω κάτι και να λέω: “Αυτό είναι!”. Όταν είμαι κουρασμένη, θέλω να ντύνομαι απλά, ίσως μ' ένα μαύρο crêpe σακάκι κι ένα crêpe παντελόνι». Άλλωστε, δεν χρειαζόταν και πολλά για να ξεχωρίσει. Η κόκκινη κουπ, με τις χαρακτηριστικές αφέλειες, ήταν σήμα - κατατεθέν της.
Η Rykiel, αν και αφοσίωσε τη ζωή της στο να ντύνει τις άλλες γυναίκες, ήξερε πως το κλειδί στην τελική ήταν η προσωπικότητα. Η ίδια ήταν πνευματώδης, με έξυπνη αίσθηση του χιούμορ. Πρέσβευε πως μια γυναίκα πρέπει να μπορεί να «ερμηνεύει» τους ρόλους της μητέρας, της επαγγελματίας και της ερωμένης, με την ίδια προσήλωση.
Πολυπράγμων, έγραψε αρκετά βιβλία -ακόμη και για παιδιά- αρθρογραφούσε σε περιοδικά μόδας, έφτιαξε τα κουστούμια ενός γαλλικού μιούζικαλ και ανέλαβε το interior design ενός ξενοδοχείου.
Το 2009 τιμήθηκε με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής από τη γαλλική κυβέρνηση για τις υπηρεσίες και τη συνεισφορά της στον πολιτισμό της χώρας. Υπηρέτησε με θεατρικότητα και γνήσια αγάπη τη μόδα για 40 χρόνια, προτού παραδώσει τα ηνία του Οίκου της στη Julie de Libran.
Δεν είχε άλλωστε τίποτα άλλο να αποδείξει. Το μυστικό των δημιουργιών της, σύμφωνα με την ίδια, ήταν ο αισθησιασμός που τα διέκρινε. Η Rykiel απευθυνόταν στις γυναίκες που τα άντεχαν όλα, αφού όπως έλεγε χαρακτηριστικά: «Το στιλ είναι θέμα επιβίωσης».
Παρόλο που το 1980 κέρδισε μια θέση ανάμεσα στις 10 πιο καλοντυμένες γυναίκες του πλανήτη, εκείνη προτιμούσε ο κόσμος να της θυμάται ως ζωγράφο και συγγραφέα, να δημιουργεί ακατάπαυστα στο ατελιέ της. Τον Αύγουστο του 2016 άφησε την τελευταία της πνοή στο σπίτι της στο Παρίσι, νικημένη από τη νόσο Πάρκισον από την οποία υπέφερε για 15 χρόνια.
Σίγουρα, υπάρχουν δεκάδες λόγοι για να θυμάται κανείς τη Rykiel. Ένας είναι οι «μνημειώδεις» ατάκες της. Ποιος δεν θυμάται τη φράση: «Πώς θα μπορείς να κοιτάζεις τον κόσμο αφ’ υψηλού αν δεν φορείς τακούνια;». Έλα μου ντε!